Έρευνα της Επιτροπής και των εθνικών αρχών προστασίας των καταναλωτών διαπιστώνει ότι σχεδόν οι μισοί διαδικτυακοί έμποροι μεταχειρισμένων προϊόντων δεν ενημερώνουν σωστά τους καταναλωτές για τα δικαιώματά τους σχετικά με τις επιστροφές
Πριν λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εθνικές αρχές προστασίας των καταναλωτών από 25 κράτη μέλη, καθώς και από την Ισλανδία και τη Νορβηγία, δημοσίευσαν τα αποτελέσματα ενός ελέγχου («σάρωσης») διαδικτυακών εμπόρων που πωλούν μεταχειρισμένα αγαθά, όπως ρούχα, ηλεκτρονικό εξοπλισμό ή παιχνίδια.
Οι «σαρώσεις» συντονίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διεξάγονται ταυτόχρονα από τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου. Στόχος αυτής της σάρωσης ήταν να εξακριβωθεί εάν οι πρακτικές αυτών των εμπόρων συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ για τους καταναλωτές. Οι αρχές προστασίας των καταναλωτών έλεγξαν 356 διαδικτυακούς εμπόρους και εντόπισαν 185 (52%) που ενδέχεται να παραβιάζουν τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών.
Από το σύνολο των εμπόρων που εξετάστηκαν:
-Το 40% δεν ενημέρωνε με σαφήνεια τους καταναλωτές για το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως το δικαίωμα επιστροφής του προϊόντος εντός 14 ημερών χωρίς αιτιολόγηση ή κόστος.
-Το 45% δεν ενημέρωνε σωστά τους καταναλωτές για το δικαίωμά τους να επιστρέψουν ελαττωματικά προϊόντα ή προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στην περιγραφή ή τη λειτουργία τους.
-Το 57% δεν τηρούσε την ελάχιστη περίοδο εγγύησης ενός έτους για τα μεταχειρισμένα αγαθά.
-Από το 34% των εμπόρων που παρουσίαζαν περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς στις ιστοσελίδες τους, το 20% δεν τους τεκμηρίωνε επαρκώς, ενώ το 28% ήταν προφανώς ψευδείς, παραπλανητικοί ή πιθανώς κατατάσσονταν στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
-Το 5% δεν παρείχε σωστά τα στοιχεία της ταυτότητάς του και το 8% δεν ανέφερε τη συνολική τιμή του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των φόρων.
Οι αρχές προστασίας των καταναλωτών θα αποφασίσουν τώρα εάν θα κινηθούν νομικά εναντίον των 185 εμπόρων που επισημάνθηκαν για περαιτέρω έρευνα και θα απαιτήσουν συμμόρφωση σύμφωνα με τις εθνικές τους διαδικασίες.
Υπόβαθρο
Το Δίκτυο Συνεργασίας για την Προστασία των Καταναλωτών (CPC) αποτελείται από εθνικές αρχές υπεύθυνες για την επιβολή των νόμων προστασίας των καταναλωτών στην ΕΕ. Υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεργάζονται για την αντιμετώπιση παραβάσεων της νομοθεσίας που λαμβάνουν χώρα στην Ενιαία Αγορά.
Οι υποχρεώσεις των εμπόρων σχετικά με την ενημέρωση των καταναλωτών καλύπτονται από την Οδηγία για τα Δικαιώματα των Καταναλωτών και την Οδηγία για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο. Οι εμπορικές πρακτικές των εμπόρων δεν πρέπει να παραπλανούν τους καταναλωτές και πρέπει να συμμορφώνονται με την Οδηγία για τις Αθέμιτες Εμπορικές Πρακτικές. Κατά την πώληση μεταχειρισμένων αγαθών, οι έμποροι οφείλουν επίσης να τηρούν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με τη νομική εγγύηση συμμόρφωσης, όπως ορίζεται στην Οδηγία για τις Πωλήσεις Αγαθών.
Η νέα Οδηγία για την Ενδυνάμωση των Καταναλωτών για την Πράσινη Μετάβαση, μόλις μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, θα διασφαλίσει ότι οι καταναλωτές θα λαμβάνουν καλύτερη ενημέρωση σχετικά με τη διάρκεια ζωής και τη δυνατότητα επισκευής των αγαθών, καθώς και για τα δικαιώματά τους ως προς τη νομική εγγύηση κατά τη στιγμή της αγοράς. Θα ενισχύσει επίσης τους κανόνες προστασίας των καταναλωτών ενάντια στο «πράσινο ξέπλυμα» (greenwashing) και τις πρακτικές πρόωρης απαξίωσης προϊόντων.
Οι κύριοι τομείς δραστηριότητας που εξετάστηκαν περιλαμβάνουν: ρούχα, αξεσουάρ, ηλεκτρονικό εξοπλισμό, παιχνίδια και είδη gaming, βιβλία, οικιακές συσκευές, διακόσμηση εσωτερικών χώρων και έπιπλα, CD και βινύλια, προϊόντα παιδικής φροντίδας, αυτοκίνητα (συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρικών αυτοκινήτων), αθλητικά είδη, ανταλλακτικά, μοτοσικλέτες και ποδήλατα, είδη κηπουρικής, εργαλεία DIY και άλλα.
Στην έρευνα συμμετείχαν τα εξής κράτη μέλη της ΕΕ: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρος, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία και Σουηδία. Στην έρευνα συμμετείχαν επίσης η Ισλανδία και η Νορβηγία.
Πηγή : ec.europa.eu





