Εκδόσεις

Η LGBTI κοινότητα στην Αφρική

Τρεις στις πέντε αφρικανικές χώρες έχουν νόμους που ποινικοποιούν την ομοφυλοφιλία και τη δημόσια έκφραση σεξουαλικής συμπεριφοράς που δεν συμμορφώνεται με ετεροφυλόφιλους κανόνες. Αυτοί οι ίδιοι νόμοι επιπλέον,  μερικές φορές, τιμωρούν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των LGBTI (lesbian, gay, trans, intersex). Ορισμένες αφρικανικές χώρες έχουν αποποινικοποιήσει εν μέρει τα ΛΟΑΤ άτομα ή τους έχουν δώσει καλύτερη προστασία. Ωστόσο, σε όλη την ήπειρο – με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Νότιας Αφρικής – τα άτομα αυτά εξακολουθούν να μην απολαμβάνουν πλήρως τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους πολίτες. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική τάση: η υιοθέτηση αυστηρότερης νομοθεσίας σε συνδυασμό με καταπατήσεις δικαιωμάτων για τους ομοφυλόφιλους. Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά για την υποστήριξη νομοθετικών και άλλων μέτρων που εισάγουν διακρίσεις και αφορά τα LGBTI πρόσωπα είναι ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και οι ταυτότητες των φύλων που δεν συμμορφώνονται με την παράδοση, αλλά προσήλθαν στην Αφρική από δυτικούς αποικιστές και αντιβαίνουν στις «αφρικανικές αξίες». Αυτός ο ισχυρισμός έχει αποδειχθεί από καιρό ως ανακριβής από την ακαδημαϊκή έρευνα, αλλά η ανοχή για την LGBTI κοινότητα εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή στις περισσότερες αφρικανικές χώρες και οι ΛΟΑΤΙ είναι πολύ συχνά εκτεθειμένοι σε διακρίσεις και βία. Σε αυτό το πλαίσιο, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη έχουν ένα δύσκολο καθήκον: αφενός, δεσμεύονται βάσει των Συνθηκών να προωθήσουν τις βασικές αξίες της ΕΕ στις εξωτερικές τους σχέσεις και να παρακολουθούν και να αντιμετωπίζουν την καταπάτηση αυτών στις χώρες εταίρους τους. Από την άλλη πλευρά, οι ενέργειές τους και οι δηλώσεις τους σε αυτόν τον τομέα μάλλον ενισχύουν την αντίληψη ότι η ΕΕ προσπαθεί να επιβάλει μη αφρικανικές αξίες στην Αφρική, ακόμη περισσότερο επειδή αμφισβητείται η έννοια του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ως αιτία διακρίσεων κατά των Αφρικανικών χωρών στην πολυμερή σκηνή.

Συμμόρφωση των κρατών μελών με το δίκαιο της ΕΕ το 2018: οι προσπάθειες αποδίδουν, αλλά απαιτούνται ακόμη βελτιώσεις

Τα δικαιώματα των LGBTI ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η απαγόρευση διακρίσεων, και η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι σημαντικά στοιχεία της νομικής τάξης της ΕΕ. Παρά ταύτα, αυτά οι διακρίσεις κατά των λεσβίων, των ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, τρανσέξουαλ και intersex, (LGBTI) ατόμων παραμένουν στην ΕΕ, παίρνοντας διάφορες μορφές συμπεριλαμβανομένης της λεκτικής και σωματικής βίας. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι πλέον αναγνωρισμένος στο δίκαιο της ΕΕ ως λόγος διακριτικής μεταχείρισης. Ωστόσο, η έκταση των προδιαγραφών που αντιμετωπίζουν το θέμα αυτό είναι μειωμένου βεληνεκούς και δεν καλύπτουν την κοινωνική προστασία, την υγεία, την εκπαίδευση και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, αφήνοντας τα LGBTI άτομα ιδιαίτερα ευάλωτα σε αυτούς τους τομείς. Επιπροσθέτως, η ικανότητα της ΕΕ δεν επεκτείνεται στην αναγνώριση της έγγαμης ή της οικογενειακής κατάστασης. Σε αυτό τον τομέα, οι εθνικές νομοθεσίες ποικίλουν με μερικά Κράτη Μέλη να  προσφέρουν σε ζευγάρια ίδιου φίλου το δικαίωμα να παντρευτούν, και άλλα να επιτρέπουν εναλλακτικές μορφές καταγραφής, ενώ άλλα δεν παρέχουν νομικό καθεστώς για τα ζευγάρια του ιδίου φύλου. Τα ζευγάρια ίδιου φύλου μπορεί να έχουν ή να μην έχουν δικαίωμα να υιοθετούν παιδιά και να έχουν πρόσβαση σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Αυτές οι αποκλίνουσες νομικές υποστάσεις έχουν επιπτώσεις, για παράδειγμα για μέλη ζευγαριού από δύο Κράτη Μέλη  με διαφορετικές προδιαγραφές που θέλουν να νομιμοποιήσουν/επισημοποιήσουν την σχέση τους, ή για ζευγάρια ίδιου φύλου, και τις οικογένειές τους που θέλουν να μετακομίσουν σε κάποιο άλλο Κράτος Μέλος. Η αντιμετώπιση των διακρίσεων έχει γίνει μέρος της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, και το κύριο θέμα διαφόρων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ωστόσο, η πράξη σε αυτή την θεματική περιοχή παραμένει προβληματική όταν ασχολείται με ζητήματα που αφορούν περιοχές παραδοσιακά αποκλειστικές για τα Κράτη Μέλη, όπως η οικογενειακή κατάσταση και το οικογενειακό δίκαιο.

Οι Συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ

Η συνθήκη του Μάαστριχτ τροποποίησε τις προηγούμενες ευρωπαϊκές συνθήκες και δημιούργησε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που βασίζεται σε τρεις πυλώνες: τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (ΔΕΥ). Ενόψει της διεύρυνσης της Ένωσης, επήλθαν με τη συνθήκη του Άμστερνταμ οι απαραίτητες προσαρμογές για να διασφαλιστεί μια πιο αποτελεσματική και δημοκρατική λειτουργία της Ένωσης.

Αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων

Η ελεύθερη εγκατάσταση και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους της ενιαίας αγοράς, καθιστώντας δυνατή την κινητικότητα επιχειρηματιών και επαγγελματιών σε όλη την ΕΕ. Για την εφαρμογή των εν λόγω ελευθεριών, τα διπλώματα και οι τίτλοι που εκδίδονται σε εθνικό επίπεδο πρέπει να αναγνωρίζονται ευρέως. Διάφορα μέτρα έχουν ληφθεί για την εναρμόνιση και αμοιβαία αναγνώρισή τους, ενώ κι άλλα σχετικά νομοθετήματα είναι υπό ετοιμασία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα δάση

Δεδομένου ότι στις Συνθήκες δεν γίνεται ειδική αναφορά στα δάση, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει κοινή δασική πολιτική. Κατά συνέπεια, η δασική πολιτική παραμένει κατά κύριο λόγο εθνική αρμοδιότητα, αλλά πολλές ευρωπαϊκές δραστηριότητες έχουν αντίκτυπο στα δάση της ΕΕ και τρίτων χωρών.

Οι Αρχικές Συνθήκες

Οι καταστροφικές επιπτώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η συνεχής απειλή μιας αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης κατέστησαν τη γαλλογερμανική συμφιλίωση βασική προτεραιότητα. Η απόφαση για κοινή διαχείριση των βιομηχανιών άνθρακα και χάλυβα από έξι ευρωπαϊκές χώρες, η οποία θεσπίστηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1951, αποτέλεσε το πρώτο βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Οι Συνθήκες της Ρώμης του 1957 ενίσχυσαν τις βάσεις αυτής της ολοκλήρωσης και ενδυνάμωσαν την ιδέα ενός κοινού μέλλοντος για τις έξι ευρωπαϊκές χώρες.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) είναι συμβουλευτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελείται από 350 μέλη. Της ζητείται να γνωμοδοτήσει στο πλαίσιο υποχρεωτικής διαβούλευσης στους τομείς που ορίζονται από τις Συνθήκες ή στο πλαίσιο προαιρετικής διαβούλευσης από την Επιτροπή, το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο. Έχει επίσης το δικαίωμα να εκδίδει γνωμοδοτήσεις ιδία πρωτοβουλία. Τα μέλη της δεν δεσμεύονται από οδηγίες. Απολαμβάνουν πλήρη ανεξαρτησία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης.

Περιβαλλοντική πολιτική: Γενικές αρχές και βασικό πλαίσιο

Η ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική βασίζεται στις αρχές της προφύλαξης, της πρόληψης και της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Τα πολυετή προγράμματα περιβαλλοντικής δράσης ορίζουν το πλαίσιο των μελλοντικών ενεργειών σε όλους τους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής. Είναι ενσωματωμένα σε οριζόντιες στρατηγικές και λαμβάνονται υπόψη στις διεθνείς περιβαλλοντικές διαπραγματεύσεις. Τέλος, εξίσου καίριας σημασίας είναι η εφαρμογή τους.

Τεχνητή Νοημοσύνη, προστασία δεδομένων και εκλογές

Η υπόθεση της Facebook/Cambridge Analytica το 2018 που αποκάλυψε την φερόμενη κατάχρηση των προσωπικών δεδομένων για πολιτική διαφήμιση κατέδειξε πως οι βασικές αξίες των ευρωπαϊκών κανόνων προστασίας δεδομένων είναι ουσιώδεις για την δημοκρατία.  Η ΕΕ έχει υιοθετήσει επιπλέον πρωτοβουλίες για να υποστηρίξει ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, οι οποίες αντικατοπτρίζουν μεταξύ άλλων στις συζητήσεις και τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.